γενικεύω

Μεταφράσεις

γενικεύω

generalizeيُعَمِّمُzobecnitgeneralisereverallgemeinerngeneralizaryleistäägénéralisergeneraliziratigeneralizzare法則化する일반화하다generaliserengeneralisereuogólnićgeneralizarобобщатьgeneraliseraพูดคลุมทั่วๆไปgenelleştirmekkhái quát hóa概括 (ʝeni'cevo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
συμπεραίνω γενικά, χωρίς διάκριση Μη γενικεύεις καλύτερα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close