γενικός

Μεταφράσεις

γενικός

(ʝeni'kos) αρσενικό

γενική

(ʝeni'ci) θηλυκό

γενικό

general, overallgénéral, générique, universelعَامّvšeobecnýgenerelallgemeingeneralyleinenopćigenerale一般の일반적인algemeengenereltogólnygeralобщийallmänโดยทั่วไปgenelchung普通的 (ʝeni'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. που αφορά όλους το γενικό συμφέρον γενικά χαρακτηριστικά
2. που κατευθύνει ένα σύνολο λειτουργιών ο γενικός διακόπτης o γενικός διευθυντής
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close