γεννάω

Μεταφράσεις

γεννάω

(ʝe'nao)

γεννώ

(ʝe'no)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. φέρνω στον κόσμο Γέννησε ένα όμορφο αγοράκι.
2. (για ζώα) φέρνω στον κόσμο γεννάω αυγά Η αγελάδα γέννησε ένα μοσχαράκι.
3. μεταφορικά παράγω γεννάω ιδέες

γεννάω


ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close