γενναίος

Μεταφράσεις

γενναίος

(ʝe'neos) αρσενικό

γενναία

(ʝe'nea) θηλυκό

γενναίο

brave, courageous, valiant, gallant, bold, mettlesomeشُجاعodvážnýtappertapfervalienteurheacourageuxhrabarcoraggioso勇敢な용감한moedigmodigodważnyvalenteмужественныйmodigกล้าหาญmaceraperestcan đảm勇敢的 (ʝe'neo) ουδέτερο
επίθετο
1. που δε φοβάται γενναία γυναίκα κάνω τον γενναίο
2. μεταφορικά μεγάλη ποσότητα μια γενναία δόση γλυκό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close