γενναιόδωρος

(προωθήθηκε από γενναιόδωρη)
Μεταφράσεις

γενναιόδωρος

(ʝene'oðoros) αρσενικό

γενναιόδωρη

(ʝene'oðori) θηλυκό

γενναιόδωρο

generousgénéreuxgenerosoalicenap, cömertكَرِيـمštědrýgenerøsgroßzügiggenerosoanteliasdarežljivgeneroso気前のよい인심 좋은vrijgevigsjenerøshojnyщедрыйgenerösใจกว้างhào phóng慷慨的נדיב (ʝene'oðoro) θηλυκό
επίθετο
που έχει διάθεση να προσφέρει
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close