γερός

Μεταφράσεις

γερός

(ʝe'ros) αρσενικό

γερή

(ʝe'ri) θηλυκό

γερό

bon, dur, ferme, fort, robuste, rude, sain, violent, sensésound, generous, healthy, robust, stout, sturdyسَلِيمv dobrém stavusundtadellosen buen estado, salvovahingoittumatončitavsano健全な건전한gezondsunnmocnysaudávelздоровыйsundที่ไม่เสียหายsağlamlành lặn良好的 (ʝe'ro) ουδέτερο
επίθετο
1. υγιής γερός οργανισμός
2. ανθεκτικός γερή κατασκευή
3. ικανός Είναι γερή στα μαθηματικά.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close