γευστικός

(προωθήθηκε από γευστική)
Μεταφράσεις

γευστικός

(ʝefsti'kos) αρσενικό

γευστική

(ʝefsti'ci) θηλυκό

γευστικό

tasty, tastesavoureuxلَذِيذchutnývelsmagendeschmackhaftsabrosomaukasukusansaporito味のよい맛있는smakelijkvelsmakendesmakowitygostosoвкусныйgodอร่อยlezzetlingon美味的 (ʝefsti'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. που έχει ωραία γεύση γευστικός χυμός
2. που αναφέρεται στη γεύση τα γευστικά όργανα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close