γκαρνταρόμπα

Μεταφράσεις

γκαρνταρόμπα

wardrobe, cloakroomحُجْرَة لـِحَفْظ الـمَعاطِفšatnagarderobeGarderobeguardarropavaatesäilytysvestiairegarderobaguardarobaクローク휴대품 보관소garderobegarderobeszatniavestiárioгардеробkapprumห้องเก็บเสื้อโค้ทvestiyerphòng để mũ áo衣帽间 (garnda'roba)
ουσιαστικό θηλυκό
1. το σύνολο των ρούχων σε μια ντουλάπα συμπληρώνω την γκαρνταρόμπα μου ανανεώνω την γκαρνταρόμπα μου
2. το βεστιάριο αφήνω το παλτό μου στην γκαρνταρόμπα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close