γκρεμίζομαι

Μεταφράσεις

γκρεμίζομαι

topple (gre'mizome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. πέφτω και γίνομαι κομμάτια Το σπίτι μας γκρεμίστηκε στους σεισμούς.
2. πέφτω από ψηλά γκρεμίζομαι από τα βράχια
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close