γκρεμίζω

Μεταφράσεις

γκρεμίζω

demolish (gre'mizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. ρίχνω κάτω σπάζοντας γκρεμίζω έναν τοίχο
2. μεταφορικά καταστρέφω γκρεμίζω τα όνειρα κάποιου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close