γκρινιάρης

(προωθήθηκε από γκρινιάρικο)
Μεταφράσεις

γκρινιάρης

(gri'ɲaris) αρσενικό

γκρινιάρα

(gri'ɲara) θηλυκό

γκρινιάρικο

grouch, grouchy, grumpy, grump, whiner, querulous (gri'ɲariko) ουδέτερο
επίθετο
που κλαψουρίζει και παραπονιέται συνέχεια
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close