γλείφω

Μεταφράσεις

γλείφω

lick, grovel, sucklécher ('ɣlifo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
περνάω τη γλώσσα μου πάνω σε κτ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close