γλεντάω

(προωθήθηκε από γλεντώ)
Μεταφράσεις

γλεντάω

(ɣle'ndao)

γλεντώ

(ɣle'ndo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
συμμετέχω σε γιορτή, διασκεδάζω
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close