γλιστράει

Μεταφράσεις

γλιστράει

(ɣli'strai)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα) απρόσωπο (ρήμα)
για κτ που είναι γλιστερό Γλιστράει, έχει πάγο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close