γλιστράω

Μεταφράσεις

γλιστράω

(ɣli'strao)

γλιστρώ

(ɣli'stro)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. πέφτω πατώντας σε γλιστερή επιφάνεια Γλίστρησα κι έπεσα ανάσκελα.
2. προχωράω πάνω σε λεία επιφάνεια γλιστράω πάνω στον πάγο
3. μεταφορικά ξεφεύγω Το ποτήρι γλίστρησε από τα χέρια μου.

γλιστράω


ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
βάζω κτ μέσα σε κτ άλλο Γλίστρησε το γράμμα κάτω από την πόρτα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close