γλιτώνω

Μεταφράσεις

γλιτώνω

(ɣli'tono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κάνω κπ να αποφύγει ένα κακό γλιτώνω κπ από την ταλαιπωρία
2. αποφεύγω κτ κακό γλιτώνω την κίνηση γλιτώνω το θάνατο από θαύμα

γλιτώνω


ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
σώζομαι, απαλλάσσομαι Γλίτωσα από δαύτον!
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close