γλοιώδης

Μεταφράσεις

γλοιώδης

(ɣli'oðis) αρσενικό-θηλυκό

γλοιώδες

gooey, sleek, viscid, viscous (ɣli'oðes) ουδέτερο
επίθετο
1. που έχει γλιστερή υφή και κολλάει γλοιώδης λάσπη
2. μεταφορικά αηδιαστικός γλοιώδης τύπος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close