γλυκαίνω

Μεταφράσεις

γλυκαίνω

(ɣli'ceno)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
απαλύνω γλυκαίνω τη φωνή μου

γλυκαίνω

adoucir
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. γίνομαι πιο ήρεμος, πιο ευχάριστος Γλύκανε με τον καιρό.
2. ζέστανε
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close