γλύπτης

(προωθήθηκε από γλύπτρια)
Μεταφράσεις

γλύπτης

('ɣliptis) αρσενικό

γλύπτρια

EscultorSochařBilledhuggerværkstedet, skulptørBildhauerSculptorSculptor, escultorsculpteurפסלKiparSzobrászScultoreちょうこくしつ座, 彫刻家조각가자리, 조각가SculptorSkulptoriusBeeldhouwerRzeźbiarzSculptor, escultorСкульпторSochárBildhuggaren, skulptörกลุ่มดาวช่างแกะสลัก, ประติมากรSculptor, heykeltıraş玉夫座, 雕塑家مَثَّالkuvanveistäjäskulptørnhà điêu khắcскулптор ('ɣliptria) θηλυκό
ουσιαστικό
καλλιτέχνης που φτιάχνει αγάλματα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close