γνωρίζω

Μεταφράσεις

γνωρίζω

kennen, wissenknow, introduce, meet, recognize, acquaintconnaîtreيَعْرِفُznátkendeconocertunteapoznavaticonoscere知っている알다kennenkjenneznaćconhecerобщатьсяkännaรู้จักtanımakbiết认识 (ɣno'rizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. έχω συναντήσει στο παρελθόν Δε γνωρίζω κανέναν εδώ.
2. καταλαβαίνω ποιος είναι Δεν τη γνώρισα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close