γονατιστός

(προωθήθηκε από γονατιστό)
Μεταφράσεις

γονατιστός

(ɣοnati'stos) αρσενικό

γονατιστή

(ɣonati'sti)
επίθετο θηλυκό

γονατιστό

agenouillé (ɣonati'sto) ουδέτερο
επίθετο
που στέκεται στα γόνατα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close