γράψιμο

Μεταφράσεις

γράψιμο

writingécriturepisanieписанеskrivningالكتابة쓰기寫作psaníschrijveniscritto写作เขียนпочерк ('ɣrapsimo)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. το να γράφει κν η δυσκολία στο γράψιμο
2. η συγγραφή Μου αρέσει το γράψιμο. το γράψιμο ενός άρθρου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close