γρήγορος

(προωθήθηκε από γρήγορη)
Μεταφράσεις

γρήγορος

('ɣriɣoros) αρσενικό

γρήγορη

('ɣriɣori) θηλυκό

γρήγορο

fast, quick, prompt, rapidrapidarapideschnell, zügigسَرِيعrychlýhurtigrápidonopeabrzveloce素早い, 速い빠른snelhurtig, kvikkszybkirápidoбыстрыйsnabbเร็ว, รวดเร็วçabuk, hızlınhanh快的, 快速的Бързמהיר ('ɣriɣoro) ουδέτερο
επίθετο
1. που κινείται με μεγάλη ταχύτητα γρήγορο αυτοκίνητο
2. που γίνεται με μεγάλη ταχύτητα γρήγορη ανάγνωση απλό και γρήγορο γλυκό
3. σύντομος γρήγορη ανάρρωση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close