γρουσούζης

(προωθήθηκε από γρουσούζικο)
Μεταφράσεις

γρουσούζης

(ɣrusu'zis) αρσενικό

γρουσούζα

(ɣrusu'za) θηλυκό

γρουσούζικο

(ɣrusu'ziko) ουδέτερο
επίθετο
που φέρνει ατυχία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close