γυαλίζω

Μεταφράσεις

γυαλίζω

(ja'lizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κάνω κτ να λάμπει γυαλίζω τα ασημικά γυαλίζω τα παπούτσια μου

γυαλίζω

polish, shine, glittercirer, briller, clarifier, nettoyer, perfectionner, polir, raffiner, reluireيَصْقِلleštitpolerepolierenlustrarkiillottaalaštitilucidareつやを出す닦다poetsenpolerewypolerowaćpolirполироватьpoleraขัดให้ขึ้นเงาcilalamakđánh bóng擦亮
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
λάμπω, αστράφτω γυαλίζω στον ήλιο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close