γυμνός

Μεταφράσεις

γυμνός

(ʝi'mnos) αρσενικό

γυμνή

(ʝi'mni) θηλυκό

γυμνό

nude, naked, bare, bleak, starknuعَارٌ, عِرْيَانٌ, مَكْشُوفnahýbar, nøgen, nøgen-entblößt, nacktdesnudoalaston, paljasgol, nagnudoむき出しの, 裸の가리지 않은, 나체의, 발가벗은bloot, naaktbar, nakennagidespido, nuголый, обнаженныйbar, nakenเปลือยเปล่า, เปลือยกายçıplakkhỏa thân, trần, trần truồng裸体的, 赤裸的голעירום (ʝi'mno) ουδέτερο
επίθετο
1. που είναι χωρίς ρούχα γυμνός άντρας
2. μεταφορικά ξεκάθαρος γυμνή αλήθεια
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close