γυναίκα

Μεταφράσεις

γυναίκα

vroudonaženawoman, wife, femalenaineزنnainenאישהžena, ženkakona女性여성, 여자feminakvinnekobietaженщина, особь женского полаženaženskakvinnakadınжінкаđàn bà, phụ nữFraumujer, hembrafemme, fémininاِمْرَأَة, مُؤَنَّثkvindedonna, femminavrouwmulher, fêmeaเพศหญิง, ผู้หญิง女人, 女性жена女人 (ʝi'neka)
ουσιαστικό θηλυκό
1. άνθρωπος θηλυκού φύλου έξυπνη γυναίκα
2. η γυναίκα που έχει παντρευτεί κπ Tα πηγαίνω καλά με τη γυναίκα μου.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close