γυναικείος

Μεταφράσεις

γυναικείος

(ʝine'cios) αρσενικό

γυναικεία

(ʝine'cia) θηλυκό

γυναικείο

feminine, womanlyfemeninofémininمُؤَنَّثženskýfemininfemininnaisellinenženskifemminile女らしい여자다운vrouwelijkfemininkobiecyfemininoженскийfemininเกี่ยวกับเพศหญิงkadınsınữ tính女性的женски (ʝine'cio) ουδέτερο
επίθετο
1. που αφορά γυναίκες γυναικεία μυστικά γυναικεία ρούχα
κίνημα για τα δικαιώματα της γυναίκας
2. που χαρακτηρίζει τις γυναίκες έχω γυναικείο περπάτημα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close