γυρίζω

Μεταφράσεις

γυρίζω

(ʝi'rizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. στρίβω κτ προς μια κατεύθυνση γυρίζω έναν τροχό γυρίζω το πρόσωπό μου γυρίζω το κλειδί στην πόρτα
2. κινηματογραφώ

γυρίζω

return, turn, veer, turn aroundيَلُفُّotočit (se)vende omumdrehendarse la vueltakääntyä ympärifaire demi-tourokrenuti segirarsi方向転換する다른 방향을 보다omdraaiendreie rundtobrócićdar meia-voltaповорачиваться, кружитьvändaหมุนกลับdönmekquay tròn回头
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. επιστρέφω γυρίζω στο σπίτι
2. κινούμαι γύρω από τον εαυτό μου η σβούρα γυρίζει
3. στρίβω το κεφάλι ή το σώμα Γύρισε προς το μέρος μου.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close