γωνιακός

(προωθήθηκε από γωνιακό)
Μεταφράσεις

γωνιακός

(ɣonia'kos)

γωνιακή

(ɣonia'ci)

γωνιακό

angulaireangular (ɣonia'ko)
επίθετο
που βρίσκεται σε γωνία το γωνιακό σπίτι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close