γόης

(προωθήθηκε από γόησσα)
Μεταφράσεις

γόης

('ɣois)
ουσιαστικό αρσενικό

γόησσα

('ɣoisa) θηλυκό
ουσιαστικό
που αρέσει πολύ στο άλλο φύλλο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close