γόνιμος

Μεταφράσεις

γόνιμος

('ɣonimos) αρσενικό

γόνιμη

('ɣonimi) θηλυκό

γόνιμο

fértilfertile, fruitfulخَصِبúrodnýfrugtbarfruchtbarfértilhedelmällinenfertileplodanfertile繁殖力のある비옥한vruchtbaarfruktbarurodzajnyплодородныйfertilซึ่งมีดินอุดมสมบูรณ์verimlimàu mỡ肥沃的פורה ('ɣonimo) ουδέτερο
επίθετο
1. που παράγει μεγάλη ποσότητα από κτ γόνιμη γη
2. που φέρνει θετικά αποτελέσματα γόνιμη συνεργασία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close