δάχτυλο

Μεταφράσεις

δάχτυλο

('ðaxtilo)

δάκτυλο

vingerпръстditFinger, Zehefinger, digit, toededosormidoigt, inch, orteil, pouceאצבעujjfingurdito指, 手の指손가락digitusvinger, teenfingerpalecdedoпалецfingerparmakngón tay手指إِصْبَعprstfingerprstนิ้วมือ手指 ('ðaktilo)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. μια από τις δέκα άκρες των χεριών μας χτυπάω τα δάχτυλα στο τραπέζι
2. μια από τις δέκα άκρες των ποδιών μας το χοντρό δάχτυλο του ποδιού
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close