δέντρο

Μεταφράσεις

δέντρο

('ðendro)

δένδρο

boomarbrestromtræBaumtreearboárbol, ejepuuarbre, pépinièrefapohontréalberoarborkoksboomtredrzewoárvorepomträdağaçشَجَرَةdrvo나무деревоต้นไม้câyдървоעץ ('ðenðro)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. φυτό με κορμό και κλαδιά που ξεκινούν από ψηλά σκαρφαλώνω σε ένα δέντρο
2. σχέδιο σε σχήμα δέντρου γενεαλογικό δέντρο
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close