δέρμα

Μεταφράσεις

δέρμα

Haut, Lederskin, leatherpeau, cuirpele, couroкожа, выделанная кожаجِلْدٌ مَدْبُوغٌkůželæderpielnahkakožapelle가죽lederlærskóraläderหนังderida thuộc皮革, 皮肤кожа皮膚עור ('ðerma)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. η μεμβράνη που καλύπτει το σώμα απαλό δέρμα
2. το πετσί γδαρμένου ζώου τσάντα από δέρμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close