δέρνω

Μεταφράσεις

δέρνω

prügeln, schlagenbattre, fesserbeat, beaten ('ðerno)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
χτυπάω κπ για αντίποινα ή τιμωρία Θα σε δείρω!
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close