δέσιμο

Μεταφράσεις

δέσιμο

binding, dressing, tying ('ðesimo)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. το να δένει κν κτ σφιχτό δέσιμο
2. τοποθέτηση επιδέσμου το δέσιμο ενός τραύματος
3. μεταφορικά εξάρτηση το (συναισθηματικό) δέσιμο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close