δίγλωσσος

Μεταφράσεις

δίγλωσσος

('ðiɣlossos) αρσενικό

δίγλωσση

('ðiɣlosi) θηλυκό

δίγλωσσο

bilingualdulingvabilinguetweetaligبِلُغَتَيْـنdvojjazyčnýtosprogetzweisprachigbilingüekaksikielinendvojezičanbilingueバイリンガルの이중 언어의tospråkligdwujęzycznybilingue, bilíngueдвуязычныйtvåspråkigสามารถเขียนหรือพูดได้สองภาษาiki dillisong ngữ双语的, 双语雙語 ('ðiɣloso) ουδέτερο
επίθετο
1. που ξέρει καλά δύο γλώσσες είμαι δίγλωσσος
2. που είναι γραμμένος σε δύο γλώσσες δίγλωσση έκδοση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close