δίκυκλο

Μεταφράσεις

δίκυκλο

motociclettaオートバイ오토바이 ('ðiciklo)
ουσιαστικό ουδέτερο
μέσο μεταφοράς με δύο ρόδες
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close