δίνομαι

Μεταφράσεις

δίνομαι

('ðinome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. αφιερώνομαι δίνομαι στη δουλειά μου
2. προσφέρομαι μου δίνεται η ευκαιρία να
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close