δίνω

Μεταφράσεις

δίνω

give, hand, profferdonnergeven, overhandigendare, passareдать, даватьيُعْطِيdát, podatgive, overrækkegebendar, entregarantaa, ojentaadati, predati与える, 手渡す...에게 ...을 주다, 건네 주다gidać, wręczyćdar, entregarge, räckaให้, ส่งให้vermekcho, trao tay交给, ('ðino)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. βάζω κτ στο χέρι κάποιου δίνω ένα μολύβι σε κπ δίνω χρήματα δίνω τα ρέστα σε κπ
επιστρέφω
2. παραχωρώ δίνω τα κλειδιά του σπιτιού μου
επιτρέπω
υπόσχομαι
3. πουλάω Έδωσα το αυτοκίνητο για 3000 ευρώ.
4. παρουσιάζω σε κόσμο δίνω συναυλία
5. υβριστικό φύγε από εδώ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close