δίσεκτος

(προωθήθηκε από δίσεκτο)
Μεταφράσεις

δίσεκτος

('ðisektos) αρσενικό

δίσεκτη

('ðisekti) θηλυκό

δίσεκτο

('ðisektο) ουδέτερο
επίθετο
1. χρονιά με 336 ημέρες αντί 335
2. μεταφορικά δύσκολος δίσεκτα χρόνια
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close