δαγκάνα

Μεταφράσεις

δαγκάνα

(ðaŋ'gana)
ουσιαστικό θηλυκό
λαβίδα οστρακοειδών για να πιάνουν την τροφή τους οι δαγκάνες του αστακού
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close