δαγκωνιά

Μεταφράσεις

δαγκωνιά

(ðaŋgo'ɲa)
ουσιαστικό θηλυκό
η πράξη όταν δαγκώνω
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close