δαγκώνω

Μεταφράσεις

δαγκώνω

bitemordreيَعَضُّkousnoutbidekauenmorderpurragristimordereかむ물다bijtenbitepogryźćmorderкусатьbitaกัดısırmakcắn (ða'ŋgono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. πιάνω ή κόβω με τα δόντια δαγκώνω ένα μήλο
2. τραυματίζω με τα δόντια Με δάγκωσε στο χέρι.
3. πιέζω τα δόντια μου δαγκώνω τα χείλια μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close