δαιμονισμένος

(προωθήθηκε από δαιμονισμένο)
Μεταφράσεις

δαιμονισμένος

(ðemoni'zmenos) αρσενικό

δαιμονισμένη

(ðemoni'zmeni) θηλυκό

δαιμονισμένο

(ðemoni'zmeno) ουδέτερο
επίθετο
που γίνεται με τεράστια ένταση δαιμονισμένος θόρυβος δαιμονισμένη ταχύτητα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close