δαιμόνιος

(προωθήθηκε από δαιμόνιο)
Μεταφράσεις

δαιμόνιος

(ðe'monios) αρσενικό

δαιμόνια

(ðe'monia) θηλυκό

δαιμόνιο

(ðe'monio) ουδέτερο
επίθετο
1. σατανικός δαιμόνιες δυνάμεις
2. μεταφορικά πάρα πολύ έξυπνος και ευρηματικός ένας δαιμόνιος ντετέκτιβ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close