δακρύζω

Μεταφράσεις

δακρύζω

(ða'krizo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
βγαίνουν δάκρυα από τα μάτια μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close