δαμάζω

Μεταφράσεις

δαμάζω

tametämja馴服驯服ترويض (ða'mazo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κάνω κπ άγριο ζώο υπάκουο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close