δανείζω

Μεταφράσεις

δανείζω

loan, lendيُقْرِضُ, يُقرِضُpůjčitlåneleihen, verleihenprestarlainata jollekulleprêterposuditi, pozajmitiprestare貸し付ける, 貸す빌려주다lenen, uitlenenlåne bort, låne utpożyczyćemprestarдавать взаймы, ссужатьlåna, låna utให้กู้เงิน, ให้ยืมödünç vermekcho mượn, cho vay借给 (ða'nizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
δίνω κτ με υπόσχεση επιστροφής δανείζω χρήματα σε κπ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close